7.2.10

ΟΙ ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΙ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ


Γιατί ο κλόουν σταμάτησε να κλαίει;

Δε ξέρει πως το κλάμα του, δίνει στο βασιλιά χαρά;

Πείτε του να κλαίει!

Ο βασιλιάς θα πάψει να γελά.

Γιατί ο κλόουν σταμάτησε να τρέχει;

Να κάνει γκάφες;

Να πέφτει;

Να πηδά;

Γιατί σταμάτησε μελωδικά με το βιολί να παίζει;

Ο βασιλιάς θα οργιστεί ξανά.

Πείτε του με το βιολί να παίζει...

μην οργιστεί ξανά ο βασιλιάς.

Γιατί ο κλόουν έξαφνα γελά;

Γιατί μας κοροϊδεύει;

Τι λέει;

Τι λέει ο βασιλιάς;

Γιατί ο κλόουν παύει να γελά;

Κι ο βασιλιάς;

Χορεύει!

Μα...

Μα το βιολί μόνο του παίζει...

γιατί...

ο κλόουν έπαψε ν' αναπνέει.


Πίνακας: “The Poet and the King” by Howard Pyle

20.1.10

ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ


Κάποιος πεινάει απόψε. Κάποιος ζητάει να φάει.

Κι είναι αφέγγαρη η νυχτιά. Και μας μετράει…

Κοίτα τα μάτια του ξυπόλητου παιδιού!

Δεν ξεχωρίζουν.

Μας υπνωτίζουν.

Βαριά σαν πέπλο…

Πέφτουν επάνω μας και μας ραπίζουν.

Κοίτα τα χέρια του ξυπόλητου παιδιού!

Σ’ εμάς απλώνουν.

Εμάς γαντζώνουν.

Και μας κυκλώνουν…

Βάζουν κουλούρια στις παλάμες τους. Μηδενικά.

Και τα πουλούν…

Με τι καρδιά;

Κι είναι ανάπηρη η νυχτιά.

Βαριά σαν πέπλο.

Πέφτει τσιμέντο.

Κι είναι ατάραχος ο δρόμος. Εδώ μένω!


Κάποιος διψάει απόψε. Κάποιος ζητάει να πιεί.

Κρασί ν’ αναστενάξει. Ποτέ δεν θα ξεχάσει.

Κι είναι ανέρωτη η νυχτιά. Και μας μεθάει.

Μας παρατάει όπου βρει.

Μας ξεπουλάει.

Κοίτα το στόμα του ξυπόλητου παιδιού!

Δεν θα μιλήσει. Θα συνεχίσει…

Στο ρόλο του περιστροφή θα γίνει.

Θα γεμίσει.

Θα ζαλιστεί κι ο ουρανός και κεραυνό θα ρίξει.


Κάποιος ξερνάει απόψε.

Ό,τι έφαγε κερνάει.

Κι είναι μαγείρισσα η νυχτιά.

Και μας χαλάει.

Κοίτα το σώμα του ξυπόλητου παιδιού!

Έχει πληγιάσει.

Και μας χαράσσει…

Καρφιά από λόγια.

Δικά μας λόγια!

Μας πειράζει;

Κι είναι αμίλητη η νυχτιά. Σέρνει τα χρόνια.


Κοίτα τα πόδια του ξυπόλητου παιδιού!

Τη γη θερίζουν.

Τρακτέρ τα νύχια του.

Ίχνη σαπίζουν.

Ακολουθώντας μας, μας γονατίζουν.

Φοράει γόβες κι η νυχτιά… και τις μοστράρει.

Το λούστρο αφήνει να ξεφτίσει… από τα χέρια ενός παιδιού που της γυαλίζει όλα τ’ αστέρια της… και μας πατάει.

Σα να μας θάβει.


Κοίτα την όψη του ξυπόλητου παιδιού!

Κοίτα τη!

Κρύβεται…

Στου χρόνου τα σοκάκια.

Με αίμα νίβεται.

Κοίτα πως ντύνεται!

Αντί για κούκλα… το κουφάρι του αδελφού, στερνού γονιού αγκαλιάζει…

Κι ύστερα πνίγεται.

Ξάφνου αλαλιάζει.

Του αλλάζει ρούχα, το χτενίζει, του μιλάει…

Ψεύτικα λόγια του κεντά στ’ αυτιά και το φιλάει.

Τρέχουν σταγόνες βροχερές… Μα δε δακρύζει.

Ξορκίζει επανάληψη.

Μας αντικρίζει.

Κι είναι αόμματη η νυχτιά. Κι είναι η απόσταση…

Εκεί ψηλά κυνηγητό!

Ψάχνω την όραση!


Κοίτα την όψη του ξυπόλητου παιδιού!

Κοίτα τα μάτια!

Βαθιά λακκάκια αντανακλά στα ίδια μάτια.

Τ’ αγκάθια στρώνει καταγής κι αιμορραγεί….

Ξένα σημάδια.

Κοίτα την όψη του ξυπόλητου παιδιού!

Κοίτα τη σκέψη του!

Κοίτα τη θέση του!

Παραμονεύει!

Κι είναι αδιέξοδη η νυχτιά.

Τρέμει τη λέξη.

Σαν το ξυπόλητο παιδί θα την πλανέψει…

Τις γόβες της θ’ απαρνηθεί… και θα χορέψει!

Ώσπου να πέσει καταγής.

Ώσπου να πέσει!


Πίνακας: "The blind beggar" by Jules Bastien Lepage

6.1.10

ΚΥΡΙΕΥΜΕΝΟΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ


Τα δόντια μαύρισαν από τη γεύση.

Τα νύχια λύγισαν κάτω απ’ το δέρμα.

…. Μυστήριο άγγιγμα.

Στους ώμους ζέστη από κρεμάμενα μυριόφυτα,

αναδεικνύουνε σε σπείρες τα ερπετά του πλούτου και της γνώσης.

Καταραμένη συνομάζωξη!

Παράσιτα της σκέψης ξεφυτρώνουν απ’ τ’ αυτιά.

Στα μάτια τρέχουν ώριμες, αιμόφυρτες συνομωσίες της ηδονής.

Πάψτε!

Κάτι λωρίδες από ίνες νωχελικά μπερδεύονται στα βήματα.

Παραπατώ.

Βήχας και οδύνη με στηρίζουνε για λίγο.

Κατρακυλώ πίσω απ’ το θρόνο μου.

Στα χέρια στυλωμένα τα ηνία παραμένουν,

από ένα άρμα που προσάραξε σιμά.

Στα μάτια καρφωμένη της προδοσίας η λάμψη επιζεί.

Το όραμα σκοτείνιασε.

Αγαπημένη!

Ήρθες δειλά.

Πισώπλατα σταλάζεις τα χρόνια της πιστής μου αφοσίωσης.

Η πλάνη μου θα σου ταιριάζει ρόλους αιώνιας ντροπής και καταφρόνιας.

Κατάρα σου ταιριάζει!

Στην ίδια γεύση θα μαυρίσεις κάθε δόντι.

Αγαπημένη!

Κι όταν γλυκά πολλαπλασιαστούν… και το θανατερό λυγίσει νύχια…

Έχε το νου σου, Κόρη!

Το αίμα σου θα γαντζωθεί στο στήθος σου,

για να τραφεί!

Οι ψίθυροι του ανέμου θα σπείρουν τη διχόνοια

στα μικρόβια της μήτρας σου.

Κι όταν η ίδια λάμψη σκοτεινιάσει το όραμά σου…

Τότε…

Θα αποκαλυφθώ!

Είμαι εδώ!

…………

Μητέρα!


Υ.Γ. Εμπνευσμένο από τον Άμλετ

Πίνακας: "The queen in Amlet" by Abbey Edwin Austin

18.12.09

ΤΟ ΤΡΕΝΟ


Το τρένο!

Έρχεται το τρένο!

Το τρένο της Μοίρας.

Το τρένο της Φυγής, της Θυσίας, της Κραυγής, της Σιωπής.

Το τρένο!

Το τρένο!

Το τρένο έρχεται!

Ποιο θα διαλέξεις;

Της Γέννησης ή του Θανάτου;

Το τρένο!

Ξέρω!

Της Προσευχής!

Το τρένο!

Το τρένο της Αυγής, του Ήλιου, της Ζωής.

Έρχεται το τρένο!

Το τρένο!

Δεν κάνω λάθος.

Το τρένο έρχεται!

Κι άμα σφυρίξει 3 φορές... θα χάσω.

Το τρένο!

Θα φταίει το τρένο της Προδοσίας.

Γρήγορα!

Το τρένο!

Έρχεται το τρένο.

Πρέπει να φτάσω.

Το τρένο να φτάσω.

Κι άμα σφυρίξει και δε φτάσω...;

Το τρένο!

Τότε μαζί θα πάρουμε το τρένο της Λήθης...

γιατί δε θέλω να ξεχάσει χωριστά ο ένας τον άλλο.

Βιάσου!

Το τρένο!

Έρχεται το τρένο!

Το τρένο!

Θα προσπεράσει.

Θα πάψει...

να σφυρίζει θα πάψει.

Το τρένο!

Θα με ξεχάσει.

Το τρένο!

Δε ξέρω για σένα...

Το τρένο!

Έρχεται...

Το τρένο έρχεται.

Για σένα έρχεται;

Το τρένο έρχεται!

Το τρένο!

Το τρένο...

Σε παίρνει... χάνεσαι.

Αντίο λες... και έτσι χάνεσαι!

Το τρένο!

Έρχεται το τρένο...

Το τρένο...

ξανάρχεται και πάλι χάνεσαι.

Το τρένο...

φεύγει... χάνεται...

Σφυρίζει... και έτσι χάνεται!

Το τρένο!

Το τρένο...

δε με νοιάζεται!

Έρχεται το τρένο!

Το τρένο!

Το τρένο...

Το τρένο απλά...

μου προκαλεί ναυτία!


 Πίνακας: "The Scream" by Edvard Munch

11.11.09

ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΕΡΠΕΤΟΥ


Τη ζωή μου κατατρέχουν απ' τον αιώνα του αυγού του ερπετού,

μύχια οράματα που ανηλεώς σαρκάζουν την ίδια την ορμή της σάρκας.

Είναι παιδιά της χίμαιρας που γέννησε ανήμερα των γενεθλίων της υστερίας,

της αιμοβόρας σκύλας, που έγλειφε μόνο λιοντάρια για ν' αποκτήσει ζάρια.

Μ' αυτά θαρρούσε θα γελούσε.

Τι αηδία!

Ελεεινή απελπισία!

Της έτρεχαν τα σάλια...

Της κάλυπταν τα μάτια.

Τι φρενιασμένα μάτια!

Τι σιχαμένα σάλια!

Την ώρα που με γέννησε...

μια τέτοια σκύλα...

μ' έδεσε κι ύστερα πάλι γέλασε.

Γιατί δεν πέταξε τα ζάρια;

Ξέχασα! Έμοιαζαν τόσο με σάλια!

Την ώρα που με γέννησε...

με όρκισε να κλέβω κάθε ανάσα και να 'χω μάτια ανοιχτά,

να της φωτίζω τα σκοτάδια,

σωστά να ρίχνει τη ζαριά,

για να της φέρνω φράγκα.

Γλοιώδη σάλια.

Ερωτικά σκοτάδια.

Πνιχτές σταγόνες μεθυσμένες, σφιχτά στη σάρκα τυλιγμένες.


Τη ζωή μου κατατρέχουν απ' τον αιώνα του αυγού του ερπετού,

μύχια οράματα που ανηλεώς σαρκάζουν την ίδια την ορμή της σάρκας.

Είναι παιδιά της χίμαιρας που γέννησε ανήμερα των γενεθλίων της εκδίκησης,

της αιμοβόρας ευχαρίστησης δυο λύκων που έγλειφαν μόνο λιοντάρια για ν' αποκτήσουν χτυποκάρδια.

Μ' αυτά θαρρούσαν θα γελούσαν.

Τι αηδία!

Μακάβρια απελπισία!

Τους έτρεχαν τα σάλια...

Τους κάλυπταν τα μάτια.

Τι φρενιασμένα μάτια!

Τι σιχαμένα σάλια!

Την ώρα που με γέννησαν...

δυο τέτοιοι λύκοι...

μου καλύψανε τα μάτια, κι έτσι μ' αφήσαν’ στα σκοτάδια.

Γιατί δεν πέταξαν τα ζάρια;

Ξέχασα! Έμοιαζαν οι ήχοι χτυποκάρδια!

Την ώρα που με πέταξαν...

με δέσμευσαν να μην ακούω χτυποκάρδια,

τα μάτια μου να 'χω κλεισμένα,

να μη φωτίζω τα σκοτάδια...

για να μην πιάσω ποτέ ζάρια.

Τι να τα κάνω εγώ τα φράγκα;

Γλοιώδη σάλια. Ερωτικά σκοτάδια.

Πνιχτές σταγόνες, ζοφερές, ύποπτες, δολοφονικές,

από εκδίκηση ιδρωμένες, υστερικές και μεθυσμένες.


Τη ζωή μου κατατρέχουν απ' τον αιώνα του αυγού του ερπετού,

μύχια οράματα που ανηλεώς σαρκάζουν την ίδια την ορμή της σάρκας.

Είμαι παιδί της χίμαιρας που γέννησε ανήμερα των γενεθλίων της αμαρτίας,

της κραυγαλέας αχαριστίας. Αναμενόμενης. Ανθρώπινης.

Τι ντροπιασμένη ιστορία! Παράλογη. Απαράδεκτη.

Κατακριτέα... όμως ευκταία.

Ζωώδης, ενστικτώδης ορμή, κινητική, αντιθετική.

Μια τέτοια ορμή ξεχύνεται...

κυλά και σπάει με βία...

Ορμητική θεϊκή μανία αφήνεται, κυλά, ραγίζει, σπάει με βία...

Αποκαλύπτεται το αυγό του ερπετού!

Και να 'μαι Εγώ, αυγό αυγού...

Όν ανισόρροπο, διαταραγμένο, κυνηγημένο, ιδρωμένο,

επίτηδες διασταυρωμένο.

Λυκόσκυλο στη ράτσα. Ζώο πιο ζώο από τ' άλλα.

Όν ανισόρροπο. Υστερικό. Σημαδεμένο. Ραγισμένο και εκδικητικό.

Όν θεϊκό. Παράλογο.

Βλέπω.

Ανικανοποίητο.

Βλέπω...

Όν.

Χωρίς ουσία Όν.

Βλέπω...

Φοβισμένο Όν.

Βλέπω...

Και πάλι μένω... ανικανοποίητο.

Ανθρώπινο.

Το χρονικό της ύπαρξης στο διάβα των αιώνων.


Poster by Franciszek Starowieyski

24.10.09

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ


Στο σπίτι μας,

ποτέ δεν έχουμε επισκέψεις.

Δε έχουμε κανένα συγγενή.

Ούτε και φίλο.

Γι' αυτό κι η πόρτα μας είναι πάντοτε ανοιχτή.


Στο σπίτι μας,

ο ταχυδρόμος έχει χρόνια να φανεί.

Ίσως γιατί αλλάξαμε διεύθυνση.

Ίσως γιατί άλλαξε ο ταχυδρόμος.

Μόνο τα πουλιά, μας φέρνουν γράμματα...

από ένα γείτονα παλιό...

που ακόμα μας θυμάται!


Στο σπίτι μας,

τα φώτα μένουν πάντοτε ανοιχτά,

σαν τα παράθυρά μας.

Κι εκείνο μένει πάντα στολισμένο!

Όμως ποτέ δεν κάνουμε γιορτές.

Ποτέ δεν κλαίμε. Όλο γελάμε.

Και τα παιδιά μας νιώθουν ελεύθερα... αλήθεια!


Το σπίτι μας,

χορτάρι το κυκλώνει...

και κάγκελα κατάμαυρα...

Όχι σαν τις ψυχές μας!

Είναι οι φορεσιές μας.

Τα βράδια πάντα τραγουδάμε.

Οι φωνές μας υψώνονται στον ουρανό....

σαν τους καπνούς του λιβανιού,

υπό το φως των καντηλιών... που τρεμοσβήνουν.

Αλλά ποτέ δεν έχουμε επισκέπτες!


"Welcome home" by Xainde : http://xainde.deviantart.com/

Υ.Γ. Λενάκι, ευχαριστώ για την ατμόσφαιρα!

4.10.09

ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ


Φωτολουσμένες περούκες.

Αιματοβαμμένοι τοίχοι.

Μαύρες εξώπορτες. Κλειστές. Δεν ήταν χτες.

Υγροί δρόμοι. Πλακόστρωτοι. Βωμοί αιώνιοι της αμαρτίας, της ενοχής.

Υγροί ήχοι. Μιας φυλακής.

Λευκά δέρματα. Διάφανα. Άυλα.

Μικρά δέματα. Χάρτινα. Τετράγωνα.

Κίτρινα χαμόγελα. Άδεια. Σάπια.

Ποιόν αντικρύζουν τα σμαραγδένια μάτια;

Χαώδη στόματα τι ψιθυρίζουν; Τι φιλούν;

Ποια μυστικά ορίζουν τους τυφλούς κι αιμορραγούν οφθαλμικά φιλιά;

Απάτες του σήμερα. Παιχνίδια του χτες. Όνειρα του αύριο.

Όλα ψεύτικα. Παραισθήσεις. Σκόρπιες νύξεις.

Το ακορντεόν σε μια γωνιά, συνεχίζει να παίζει λυπητερά... συνθήματα... μελωδίες του χτες και του σήμερα.


Μπλε σκούρα τραπέζια. Σκονισμένα.

Σπασμένα ποτήρια. Βρώμικα. Μουσκεμένα. Ραγισμένα τα χείλη τους.

Καρέκλες, ζωντανές αναμνήσεις, ριγμένες στο πάτωμα.

Ξεθεωμένες... μέχρι χτες χόρευαν. Οι αναμνήσεις.

Παλάμες χαραγμένες. Ιδρωμένες. Ψηλαφίζουν...

Πεινασμένα ρουθούνια μυρίζουν...

Σάρκες με άρωμα χαράς κι αφέλειας. Καταραμένης αιωνιότητας.

Εφηβικής ορμής και τελειότητας.

Ένα ρόδο πεσμένο στο πάτωμα αιμορραγεί τις μελωδίες του σήμερα και του αύριο, σ' ένα κονσέρτο τελευταίο, αφιερωμένο σε ρόδα που γερνούν.


Γοβάκια με τακούνι αιχμηρό. Λογχίζουν. Καρδιές που σβήνουν.

Σκισμένα εσώρουχα. Δαντελωτά. Μαύρα. Λευκά. Ανήσυχα. Τυλίγουν...

Οφθαλμικές καρδιές που αφήνονται να σβήσουν.

Ανάβουν... Καίγονται... Σβήνουν...

Τι υπάρχει κάτω απ' τις φωτολουσμένες περούκες;

Γύμνια. Ασχήμια. Όνειδος δίχως τάξη.

Σάρκες καταζητούμενες. Εφήμεροι παλιάτσοι. Σημερινοί αιωνόβιοι.

Ανθρωπόμορφοι πίνακες σε κάθε γωνιά.

Κάθε υγρού δρόμου.

Κάθε μαύρης εξώπορτας.

Προβάλλουν πρώτα τα κεφάλια, ρίχνοντας βλέμματα ερωτευμένα, μεθυσμένα,

πίσω από κάθε ένοχο κελί μιας φυλακής.

Νύχια αιχμηρά ματώνουν κάθε σάρκα.

Παλάμες βρώμικες ραγίζουν χείλη ποτηριών.

Χαμόγελα εκκωφαντικά.

Δάκρυα σιωπηλά.

Κλάματα δυνατά.

Γέλια άηχα.

Όλα παράξενα.

Όλα τόσο αληθινά!


Κάποιος πέρασε σήμερα δίχως ν' αγγίξει το πορτραίτο του.

Δεν ήθελε ν' αφήσει αποτύπωμα.

Το ακορντεόν στη γωνιά του δρόμου, μαρτύρησε πως ήταν έφηβο.

Ο περαστικός ήπιε στην υγειά της καταραμένης αιωνιότητας!

Ίσως σφραγίσει το αυριανό.


Moulin Rouge Night Poster by Peter Bragino

20.9.09

ΘΥΩ

Άνοιξα το στόμα μου,

να μεταλάβω άγιο αίμα από το χέρι του παπά.

''Θύω'' ψιθύρισα.

Κανείς δε μ' άκουσε.

''Θύω'' φώναξα.

Κανείς δε μ' άκουσε.

Κανείς δεν ήταν πλάι μου.

Ούτε ο παπάς.

Όλοι είχαν φύγει.

Μόνο εγώ...

γυμνός και μόνος,

αμαρτωλός κι αληθινός,

ακίνητος στεκόμουν μόνος, στο γυάλινο Οίκο του Θεού.

Με στόμα ανοιχτό από έκπληξη.

Με στόμα που μέσα του κλείστηκε η γεύση του άγιου αίματος...

του θύματός μου,

που λίγο πριν είχα φονεύσει.


Πίνακας: "Chalice of mystery" by Odilon Redon