24.10.09

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ


Στο σπίτι μας,

ποτέ δεν έχουμε επισκέψεις.

Δε έχουμε κανένα συγγενή.

Ούτε και φίλο.

Γι' αυτό κι η πόρτα μας είναι πάντοτε ανοιχτή.


Στο σπίτι μας,

ο ταχυδρόμος έχει χρόνια να φανεί.

Ίσως γιατί αλλάξαμε διεύθυνση.

Ίσως γιατί άλλαξε ο ταχυδρόμος.

Μόνο τα πουλιά, μας φέρνουν γράμματα...

από ένα γείτονα παλιό...

που ακόμα μας θυμάται!


Στο σπίτι μας,

τα φώτα μένουν πάντοτε ανοιχτά,

σαν τα παράθυρά μας.

Κι εκείνο μένει πάντα στολισμένο!

Όμως ποτέ δεν κάνουμε γιορτές.

Ποτέ δεν κλαίμε. Όλο γελάμε.

Και τα παιδιά μας νιώθουν ελεύθερα... αλήθεια!


Το σπίτι μας,

χορτάρι το κυκλώνει...

και κάγκελα κατάμαυρα...

Όχι σαν τις ψυχές μας!

Είναι οι φορεσιές μας.

Τα βράδια πάντα τραγουδάμε.

Οι φωνές μας υψώνονται στον ουρανό....

σαν τους καπνούς του λιβανιού,

υπό το φως των καντηλιών... που τρεμοσβήνουν.

Αλλά ποτέ δεν έχουμε επισκέπτες!


"Welcome home" by Xainde : http://xainde.deviantart.com/

Υ.Γ. Λενάκι, ευχαριστώ για την ατμόσφαιρα!

4.10.09

ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ


Φωτολουσμένες περούκες.

Αιματοβαμμένοι τοίχοι.

Μαύρες εξώπορτες. Κλειστές. Δεν ήταν χτες.

Υγροί δρόμοι. Πλακόστρωτοι. Βωμοί αιώνιοι της αμαρτίας, της ενοχής.

Υγροί ήχοι. Μιας φυλακής.

Λευκά δέρματα. Διάφανα. Άυλα.

Μικρά δέματα. Χάρτινα. Τετράγωνα.

Κίτρινα χαμόγελα. Άδεια. Σάπια.

Ποιόν αντικρύζουν τα σμαραγδένια μάτια;

Χαώδη στόματα τι ψιθυρίζουν; Τι φιλούν;

Ποια μυστικά ορίζουν τους τυφλούς κι αιμορραγούν οφθαλμικά φιλιά;

Απάτες του σήμερα. Παιχνίδια του χτες. Όνειρα του αύριο.

Όλα ψεύτικα. Παραισθήσεις. Σκόρπιες νύξεις.

Το ακορντεόν σε μια γωνιά, συνεχίζει να παίζει λυπητερά... συνθήματα... μελωδίες του χτες και του σήμερα.


Μπλε σκούρα τραπέζια. Σκονισμένα.

Σπασμένα ποτήρια. Βρώμικα. Μουσκεμένα. Ραγισμένα τα χείλη τους.

Καρέκλες, ζωντανές αναμνήσεις, ριγμένες στο πάτωμα.

Ξεθεωμένες... μέχρι χτες χόρευαν. Οι αναμνήσεις.

Παλάμες χαραγμένες. Ιδρωμένες. Ψηλαφίζουν...

Πεινασμένα ρουθούνια μυρίζουν...

Σάρκες με άρωμα χαράς κι αφέλειας. Καταραμένης αιωνιότητας.

Εφηβικής ορμής και τελειότητας.

Ένα ρόδο πεσμένο στο πάτωμα αιμορραγεί τις μελωδίες του σήμερα και του αύριο, σ' ένα κονσέρτο τελευταίο, αφιερωμένο σε ρόδα που γερνούν.


Γοβάκια με τακούνι αιχμηρό. Λογχίζουν. Καρδιές που σβήνουν.

Σκισμένα εσώρουχα. Δαντελωτά. Μαύρα. Λευκά. Ανήσυχα. Τυλίγουν...

Οφθαλμικές καρδιές που αφήνονται να σβήσουν.

Ανάβουν... Καίγονται... Σβήνουν...

Τι υπάρχει κάτω απ' τις φωτολουσμένες περούκες;

Γύμνια. Ασχήμια. Όνειδος δίχως τάξη.

Σάρκες καταζητούμενες. Εφήμεροι παλιάτσοι. Σημερινοί αιωνόβιοι.

Ανθρωπόμορφοι πίνακες σε κάθε γωνιά.

Κάθε υγρού δρόμου.

Κάθε μαύρης εξώπορτας.

Προβάλλουν πρώτα τα κεφάλια, ρίχνοντας βλέμματα ερωτευμένα, μεθυσμένα,

πίσω από κάθε ένοχο κελί μιας φυλακής.

Νύχια αιχμηρά ματώνουν κάθε σάρκα.

Παλάμες βρώμικες ραγίζουν χείλη ποτηριών.

Χαμόγελα εκκωφαντικά.

Δάκρυα σιωπηλά.

Κλάματα δυνατά.

Γέλια άηχα.

Όλα παράξενα.

Όλα τόσο αληθινά!


Κάποιος πέρασε σήμερα δίχως ν' αγγίξει το πορτραίτο του.

Δεν ήθελε ν' αφήσει αποτύπωμα.

Το ακορντεόν στη γωνιά του δρόμου, μαρτύρησε πως ήταν έφηβο.

Ο περαστικός ήπιε στην υγειά της καταραμένης αιωνιότητας!

Ίσως σφραγίσει το αυριανό.


Moulin Rouge Night Poster by Peter Bragino

20.9.09

ΘΥΩ

Άνοιξα το στόμα μου,

να μεταλάβω άγιο αίμα από το χέρι του παπά.

''Θύω'' ψιθύρισα.

Κανείς δε μ' άκουσε.

''Θύω'' φώναξα.

Κανείς δε μ' άκουσε.

Κανείς δεν ήταν πλάι μου.

Ούτε ο παπάς.

Όλοι είχαν φύγει.

Μόνο εγώ...

γυμνός και μόνος,

αμαρτωλός κι αληθινός,

ακίνητος στεκόμουν μόνος, στο γυάλινο Οίκο του Θεού.

Με στόμα ανοιχτό από έκπληξη.

Με στόμα που μέσα του κλείστηκε η γεύση του άγιου αίματος...

του θύματός μου,

που λίγο πριν είχα φονεύσει.


Πίνακας: "Chalice of mystery" by Odilon Redon

8.9.09

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΔΕΡΦΗΣ

 Με σφραγισμένα μάτια...
από μικρή έμαθε να πολεμάει τα σκοτάδια...
και να μαντεύει οιωνούς.
Να ξεχωρίζει τους χρησμούς απ' τα σημάδια.
Πάντα κλειστά κρατά τα μάτια.

Με πρόσωπο χαμόγελο... 
από παιδί έμαθε να λάμπει στα υπόγεια
και να ξορκίζει τα δαιμόνια.
Πάντα μονάχη περπατά στα κάστρα.
Λευκοντυμένη ομορφιά,
καταραμένη, μαγεμένη.

Μαλλιά κατάξανθα τρέχουν ξοπίσω της...
και τα πατάει.
Κι όταν περνάει απ' τις στοές των φυλακών,
κι απ' των νεκρών τους τόπους...,
άνθη πολύχρωμα φυτρώνουν.
Πάντα στοιχειώνουν. 

Σαν ξημερώνει...
της θάλασσας τα κύματα καλεί...
στον ουρανό να τη σηκώσουν
γιατί δε βλέπει που είναι η σκάλα ν' ανεβεί.
Πάντα κλειστά κρατά τα μάτια.
Και σαν νυχτώνει...
τ' αδέρφια της τ' αστέρια αγκαλιάζει...
στη γη ν' αφήσουν το κορμάκι της...
γλυκά να κοιμηθεί.

Με μαρμαρένιο μαξιλάρι από μικρή έμαθε να κοιμάται.
Δε ζήτησε ποτέ της πουπουλένιο.
Και για σεντόνι,
ένα Σταυρό να τη φυλάει έριξε πάνω της.
Για να μαντεύει οιωνούς.
Να ξεχωρίζει τους χρησμούς απ' τα σημάδια.
Γι' αυτό πάντα κλειστά κρατά τα μάτια.

Υ.Γ. Στη Μαργαριτούλα!

Πίνακας: "Ophelia" by Antoine Auguste Ernest Hebert

26.8.09

ΕΒΕΝΙΝΗ ΔΙΝΗ




Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Αγγελική Κορρέ - Madame Obscure για το υπέροχο βίντεο!
Αδερφάκι, το εκτιμώ βαθύτατα! Με άγγιξε πολύ!
Είδες τι σου κάνουν τα βράδια που βρέχουν..., ενίοτε και μονότονα; χαχα! Φιλάκια sis!

12.8.09

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

 Κρυφά αργά το βράδυ,
κάποιος μου ψιθυρίζει μυστικά...
κι ύστερα γέλια ακούγονται πνιχτά.
Κρυφά μες το πηγάδι,
στον ύπνο μου είδα μια γριά να μπουσουλά...
κι ύστερα γίνηκε μωρό που μ' άστρο έμοιαζε αυγερινό.

Κρυφά στην πέρα γειτονιά,
λαμπάδες αναμμένες...
βάζουν φωτιά και καίν' το Σατανά!
Κι ύστερα νήματα φωτιάς,
περικυκλώνουν τα σπαρτά...
πυροτεχνήματα!

Κρυφά αργά το βράδυ.
μες το πηγάδι μπουσουλά ακόμα το φεγγάρι.
Κλάματα ακούγονται πνιχτά...
κι η γριά μάνα μου φωνάζει, νερό να φέρω,
να ξορκίσω τη φωτιά απ' τα σπαρτά.

Πίνακας: "The elements - Fire" by Sidney Goodman

23.7.09

ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ

 Πώς είναι να μην έχεις όραση;
Αναρωτιόμουν.
Άναψα ένα τσιγάρο.
Είδα φωτιά.
Γρήγορα το ‘σβησα.
Η φλόγα του με τύφλωσε.
Πήρα τη γνώση απ' τη φωτιά.
Αυτή είδα μόνο.
Κρύφτηκα στην κοιλιά του κήτους.
Έπαψα ν' αναρωτιέμαι.

"Urizen" by William Blake

26.6.09

Η ΑΤΥΧΙΑ

 Κάτω απ' τα μαύρα ρούχα μου...
βαθιά μες στο χλωμό μου δέρμα...
προσπάθησα να κρύψω καλοσύνη.
Για να μη φαίνεται.
Όχι επειδή ήταν κλεμμένη.
Για να μη γίνει.
Τα χέρια μου άπλωσα στον άνεμο...
κι ύστερα του τραγούδησα γλυκά...
Τι ατυχία να ζηλέψουν τα πουλιά!
Με πέρασαν για μοχθηρό κοράκι!
Είχα κρυμμένη καλοσύνη.
Έτσι όλα τους γυμνά και πεινασμένα...
Όρμηξαν καταπάνω μου...
και ξέσκιζαν...
και βίαζαν την άσπιλή μου σάρκα...
δίχως ντροπή κι ενδοιασμό!
Τα δάκρυά μου έβρεχαν τα δυνατά φτερά τους...
όμως τίποτα δεν εμπόδιζε το πέταγμά τους,
το αιμοβόρο σπάραγμά τους πάνω στη ματωμένη μου καρδιά.
Ένα απ' αυτά...
τα λυσσαλέα παιδιά του Βάκχου,
έβγαλε ξάφνου μια κραυγή.
Κραυγή σπαρακτική κλεμμένου παραδείσου.
Η τελευταία θύμηση.
Ο τελευταίος ήχος.
Ο τελευταίος χτύπος.
Πόσο καλά είχα κρύψει καλοσύνη!

Πίνακας: "The angel of destiny" by Odilon Redon

10.6.09

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ

 Κόρη του Σατανά με κράζουν...
γιατί τις Κυριακές γελώ αντί να κλαίω...
και τα παράθυρά μου τρίζουνε τρομαχτικά,
καθώς οι άνεμοι του αφέντη μου ξεχύνονται... 
και τα χτυπούν αλύπητα.

Τι φταίω εγώ αν τα παράθυρά μου τρίζουν βροντερά
κι άμα τα μάτια μου δάκρυα πια δε βγάζουν;

Κόρη του Σατανά με κράζουν...
γιατί τις νύχτες κοιμάμαι σκεπασμένη με κόκκινο πανί,
όπως αυτό που αφηνιάζει ταύρο...
κι ένα λουλούδι πάλλευκο έχω για κόσμημα στ' αυτί.

Τι φταίω εγώ αν με κρυφοκοιτάζουν 
πίσω απ' τις τρύπιες γρίλιες του ξύλινου παραθυριού;

Κόρη του Σατανά με κράζουν...
γιατί τα μάτια μου αλλάζουν χρώμα
και τα μακριά ξανθά μαλλιά μου πάντοτε 
μένουνε λυτά και μπερδεμένα.

Τα Σάββατα περιγελώ τις Κυριακές...
μα τις Δευτέρες τις δοξάζω!
Δε ζητιανεύω στις αργίες...
ούτε κεριά στις εκκλησιές ανάβω.
Τσιγάρα ανάβω.
Φωτιές βάζω.
Μ' αυτά γελάω.


Οι δήμιοι γίνανε πολλοί μες το χωριό του Νότου.
Κόρη του Σατανά... όλοι κράζουν!
Στα χέρια τους κρατάνε πέτρες.
Μ' αυτές ματώσανε τις γρίλιες του ξύλινου παραθυριού.
Κόρη του Σατανά...
με κάθε πέτρα που πετάνε... κράζουν.

Πάλι γελάω.
Τσιγάρα ανάβω.
Φωτιές βάζω και γελάω.

Το δέρμα μου χτυπάνε οι πέτρες.
Φωτιές βάζουν.
Σκιές και στάχτες γύρω μου.
Πάλι γελάω.
Κόρη του Σατανά με κράζουν.

Τι φταίει η πόρνη κι η ζητιάνα 
που κείτονται γυμνές μπροστά σε πέτρες από σάρκα;
Τι φταίει η ανέχεια;
Ποιόν δικάζουν;
Τι φταίνε οι μάνες που γεννάνε κόρες που ξεθωριάζουν;
Κόρες του Σατανά τις κράζουν!
Τσιγάρα ανάβουν.
Φωτιές βάζουν.
Οι φλόγες κράζουν...
Κόρες του Σατανά δοξάζουν!

Πίνακας: "L' odalisque" by Edmond Compte De Grimberghe

2.6.09

Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

 Στων αγγέλων την αυλή… για να ξεφύγω απ’ τους διαβόλους
ψιθύρισα μια προσευχή.
Όχι για να σωθώ.
Για να ξεφύγω.
Κι ύστερα έκοψα σύρριζα τα μαλλιά μου.
Κι ύστερα έβγαλα τα ρούχα μου.
Κι έμεινα γυμνός.
Γυμνός απέναντί τους.
Όχι για να σωθώ.
Για να ξεφύγω.
Λέξη – λέξη φώναξα δυνατά την προσευχή μου.
Κανένας δε με πρόσεξε.
Απλά στο φως… γύρευα ήχο.
Κοντά τους πήγα.
Ξαναφώναξα.
Κανείς και πάλι δε με πρόσεξε.
Το άγγιγμα που έδωσα ποτέ δεν πήρα πίσω.

Στα σατανικά λημέρια… μετά από χρόνια ξαναγύρισα.
Ήμουν γυμνός και κουρεμένος.
Όλοι με πρόσεξαν.
Ο ίδιος!
Εδώ δε χρειαζότανε να ψιθυρίζω λόγια.
Να τα φωνάζω.
Να προσπαθώ ν’ αλλάζω.
Τους έκρυβα τον Ήλιο.
Το άγγιγμά τους έλυνε τους όρκους δίχως ήχο.
Στερέωναν ψεύτικα μαλλιά, ουράς αλόγου, μαύρα
στο στειρωμένο μου κεφάλι…
κι έγλειφαν με τις γλώσσες τους
τις άλικες πληγές της γύμνιας
χωρίς ν’ αλλάζουν σχήμα.
Για να σωθώ;
Θέλησα να ξεφύγω.
Ο ίδιος φόβος παίρνει ρίσκο.
Με δυσκολία βυθίζεται 
στο φως που κρύβει εντός του
κι εξαϋλώνεται… για λίγο.
Αποστροφή και συμφορά… δίχως μιλιά.
Φταίει που έμοιαζα με μαύρου άλογου σκιά.

Πίσω και πάλι ξαναπήγα.
Εκεί που κλείνουν τραύματα… στις κάτασπρες αυλές.
Οι Άγγελοι δε φάνηκαν.
Δεν ήταν πουθενά.
Μόνο φωνές ακούγονταν.
Ψιθύριζαν την προσευχή μου.
Τη λέγαν’ δυνατά.
Την έλεγα κι εγώ.
Για να σωθώ.
Δεν ήθελα να φύγω.
Ύστερα όλοι τους μπροστά μου φανερώθηκαν.
Στον ίδιο!
Με πρόσεξαν… και χαμογέλασαν.
Με κοίταξαν καλά - καλά και γέλασαν.
Με θάμπωσαν κι ύστερα πάλι γέλασαν.
Η μέρα της Αποκάλυψης… ιδού!
Στέκει μπροστά.
Φταίει που είχα ξεχάσει να πετάξω από πάνω μου 
τα σύμβολα του Σατανά.
Πώς θα σωθώ;
Για να ξεφύγω;!

“Mourning Ritual” by ADMC07.
Mr. Andrew thanks a lot for the amazing pic! 
http://admc07.deviantart.com/

22.5.09

ΟΡΦΑΝΗ ΔΕΗΣΗ

Οι θησαυροί σου αλλάζουν στην αυλή μου.
Γίνονται κόκκαλα νεκρών και με ταράζουν.
Με κάθε βήμα μου... κι αυτά αλλάζουν.
Ανηλεείς είναι οι εχθροί σου.
Και με ταράζουν...
Και τα κοράκια κράζουν...
Πως με τρομάζουν!
Μαύρα μεσάνυχτα του Εβένου τα παιδιά.
Χρυσοί οι θησαυροί σου.
Λευκά πουκάμισα τα ρούχα σου Πατέρα.
Πατέρα!
Ένα παιδί κλαίει για σένα εδώ Πατέρα.
Πιες δροσερό νερό απ' τα χέρια μου.
Που είναι η Μητέρα μου Πατέρα;
Τα χέρια σου είναι παγωμένα.
Μήπως πεινάς;
Πάρε ψωμί ζεστό για να χορτάσεις.
Δεν είσαι εσύ ξένος Πατέρα!
Ποιός νόμος αδιάλλακτος κυριάρχησε πάνω στην ύπαρξή μου;
Μήπως το πέπλο της ζωής με θόλωσε Πατέρα;
Δεν είδα τη Μητέρα μου, Πατέρα!
Δεν είδα τριαντάφυλλα...
γιατί στη θέα τους φαίνονται μόνο τ' αγκάθια!
Τα παιδιά δε γελούν πια, Πατέρα!
Μήπως το γέλιο τους δε φαίνεται;
Μήπως κουράστηκες Πατέρα;
Ξάπλωσε εδώ να ξαποστάσεις...
Κρεβάτι από σύννεφα στρωμένο... το 'χω για σένα καμωμένο.
Ο χρόνος περνά... Πατέρα!
Ξέρεις...
Για μένα πια σταμάτησε.
Ποιός ξέρει πότε θα περνά για μένα...
το δευτερόλεπτο δειλά...
το σταθερό λεπτό αργά...
η ώρα εντονότερα... ενοχικά...
Για μένα!
Κοιμήθηκες Πατέρα!
Το αύριο ίσως αργήσει να 'ρθει.
Ακόμα περιμένει απ' το παρόν την εντολή.
Αντίο σου Πατέρα!

Illustration: "La Muerte" by Victoria Frances