Κοιτώ και βλέπω γύρω μου... ένα ρακένδυτο μικρό αγόρι με πυρόξανθα μαλλιά. Με χέρια ανοιχτά... και μάτια κλειστά... ψηλαφίζει τον Άνεμο.
Κοιτώ και βλέπω γύρω μου... ένα λουλούδι φωτεινό. Θαρρώ πως είναι κόκκινο. Με φύλλα ανοιχτά... κι άνθη κλειστά... απαρνιέται τον Ήλιο.
Κοιτώ και βλέπω γύρω μου... ένα κορίτσι με ασπρόμαυρο φουστάνι. Με χέρια κλειστά... και μάτια ανοιχτά... κείτεται στο καταπράσινο λιβάδι.
Κοιτώ και βλέπω γύρω μου... ένα δελφίνι στο γιαλό να κλαίει που 'ναι μόνο του. Με μάτια ανοιχτά... και στόμα κλειστό... πνίγεται μες στ' αλμυρά του δάκρυα.
Κι ύστερα κλείνω τα μάτια. Το τελευταίο όραμά μου. Τέσσερις οι δολοφόνοι. Ένας για κάθε στοιχείο της φύσης.
«The Little Prince» by 12x07 http://12x07.deviantart.com/
Οι γάτες γίνανε σκυλιά στην κοινωνία των υπονόμων. Κοίτα τους σκύλους με ποντικίσια μούρη... μοιάζουν στρατιώτες λιποτάκτες... που αιχμαλώτισαν εργάτες μεροκαματιάρηδες και ζάρωσαν... Μοιάζουν με στάχτες. Γίνονται λεία των αιμοβόρων εραστών, που αφήνουν τ' αποτυπώματα των παπουτσιών τους... στις λάσπες που φυτρώνουν στο βήμα κάθε ξιπασμένου αριστοκράτη. Ποια είναι η λεία σου δειλέ; Γιατί δεν έγδαρες εγκυμονούσες γάτες, στο διάβα της στιγμής που ξεγελάστηκες; Απάτη η κάθε σου ποινή. Ποιος είμαι εγώ να στην ορίσω; Αρσενικό ή Θηλυκό; Ουδέτερο άστρο φωτεινό θέλω να παραμείνω. Στο θίασο των στεναγμών... στέλνω ακτίνες φονικές, την κοινωνία των υπονόμων να φωτίσω. Μιλάω μ' αλήθεια. Γίνομαι λεία.
Πέντε ζάρια στον αέρα γυρίζουνε. Πέντε πιόνια στον αέρα σφυρίζουνε. Κι ο αέρας παύει. Απότομα. Πέντε ζάρια στη γη πέφτουνε. Όλα Άσοι. Τα πέντε πιόνια ακόμα σφυρίζουνε στον αέρα.
Προσπάθησα να φτιάξω το πορτραίτο μου. Λευκό χρωμάτισα το πρόσωπο. Ύστερα κίτρινο. Ωχρό. Δε μου έμοιαζε. Έβαλα μαύρο. Κόκκινα έβαψα τα χείλια. Μαλλιά δεν έβαλα. Δεν είχα. Χρώμα στα μάτια... Είχα; Ανάγλυφη σχημάτισα τη μύτη. Ψηλή, λεπτή σα δέντρο που αναπνέει το ίδιο άρωμα μ' αυτό που ευωδιάζει. Δελεάζει το δέντρο. Η μύτη... Η γνώση τρομάζει. Να θυμηθώ να μη μαζέψω τους καρπούς! Στάζει απ' τη μύτη δηλητήριο. Τη γεύση δελεάζει. Καμπυλωτά αποτύπωσα τα φρύδια. Λαβύρινθους που έψαχνα... Εκεί ψηλά τους βρήκα. Πάνω απ' τα μάτια. Το οξυγόνο που μου έλειπε βρήκα. Στη μύτη αναρριχήθηκα και μάτια απέκτησα. Έτσι είδα. Χρώμα δε βρήκα. Έβαψα κόκκινα τα χέρια... για να ταιριάξουν με τα χείλια. Ύστερα... πρόσθεσα φίμωτρο στο στόμα και μ' αλυσίδες έπλεξα τα χέρια. Έτσι μόνο θα γλίτωνα απ' την αλήθεια κι απ' το έγκλημα.